Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σμυριδορύκτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο σμυριδεργάτης, ο σμυριδωρύχος Βικιλεξικό
    • […] κατά την τριετία 1936-1938 εργάστηκαν κατά μέσο όρο 1540 εργάτες οι οποίοι πραγματοποίησαν 50.000 ημερομίσθια, δηλαδή έκαστος σμυριδορύκτης απασχολήθηκε μόνο 32 ημέρες τον χρόνο. Η ημερήσια απόδοση του κάθε εργάτη ήταν 190 kg κατά μέσο όρο
    • Προβληματιστήκαμε, τέλος, για τη χρήση και την ορθογραφία του όρου «σμυριδορύκτης» (και «σμυριδωρύκτης»). Να διευκρινίσουμε ότι η λέξη δεν συμπεριλαμβάνεται σε κανένα από τα γνωστά λεξικά (την εντοπίσαμε μόνο στο https://el.wiktionary.org – ιστότοπο με γνωστές και σοβαρές αδυναμίες) αν και χρησιμοποιείται στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (γραφή: σμυριδωρύκτης) αλλά και ευρύτατα και με τις δύο γραφές σε πλήθος επίσημων και ανεπίσημων εγγράφων.

Ετυμολογία

σμυριδορύκτης < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα, ήδη το 1891 στον πληθυντικό σμυριδορύκται (και γραφή σμυριδωρύκται) < (ελληνιστική κοινή), σμυριδ- + ὀρύκτης (μεσαιωνική ελληνική < (ελληνιστική κοινή) )

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσμυριδορύκτηςσμυριδορύκτες
Γενικήσμυριδορύκτησμυριδορυκτών
Αιτιατικήσμυριδορύκτησμυριδορύκτες
Κλητικήσμυριδορύκτησμυριδορύκτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →