σμυριδόσκαλα
•
- λιμενική εγκατάσταση φορτοεκφόρτωσης σμύριδας ανεξάρτητα βαθμού σχετικής υποδομής και ιδιαίτερων ευκολιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σμυριδόσκαλα < σμύριδ(α) + -ό- + σκάλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σμυριδόσκαλα | σμυριδόσκαλες |
| Γενική | σμυριδόσκαλας | σμυριδόσκαλων |
| Αιτιατική | σμυριδόσκαλα | σμυριδόσκαλες |
| Κλητική | σμυριδόσκαλα | σμυριδόσκαλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →