σμυρναϊκός
•
- σχετικός με τη Σμύρνη, λογιότερος τύπος του σμυρναίικος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σμυρναϊκός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Σμυρναϊκός < Σμύρνη ( του Σμύρνα), με θέμα Σμυρνα- + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σμυρναϊκός | σμυρναϊκή | σμυρναϊκό |
| Γενική | σμυρναϊκού | σμυρναϊκής | σμυρναϊκού |
| Αιτιατική | σμυρναϊκό | σμυρναϊκή | σμυρναϊκό |
| Κλητική | σμυρναϊκέ | σμυρναϊκή | σμυρναϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σμυρναϊκοί | σμυρναϊκές | σμυρναϊκά |
| Γενική | σμυρναϊκών | σμυρναϊκών | σμυρναϊκών |
| Αιτιατική | σμυρναϊκούς | σμυρναϊκές | σμυρναϊκά |
| Κλητική | σμυρναϊκοί | σμυρναϊκές | σμυρναϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →