σναϊπάρω
•
- αγγλισμόςπυροβολώ ως ελεύθερος σκοπευτής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σναϊπάρω < σνάιπ + -άρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική snipe
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σναϊπάρω | σναϊπάρεις | σναϊπάρει | σναϊπάρουμε | σναϊπάρετε | σναϊπάρουν / σναϊπάρουνε |
| Παρατατικός | σνάιπαρα | σνάιπαρες | σνάιπαρε | σναϊπάραμε | σναϊπάρατε | σνάιπαραν / σναϊπάραν / σναϊπάρανε |
| Αόριστος | σναϊπάρισα | σναϊπάρισες | σναϊπάρισε | σναϊπαρίσαμε | σναϊπαρίσατε | σναϊπάρισαν / σναϊπαρίσαν / σναϊπαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα σναϊπάρω / θα σναϊπαρίσω | θα σναϊπάρεις / θα σναϊπαρίσεις | θα σναϊπάρει / θα σναϊπαρίσει | θα σναϊπάρουμε / θα σναϊπαρίσουμε | θα σναϊπάρετε / θα σναϊπαρίσετε | θα σναϊπάρουν / θα σναϊπάρουνε / θα σναϊπαρίσουν / θα σναϊπαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σναϊπαρίσει | έχεις σναϊπαρίσει | έχει σναϊπαρίσει | έχουμε σναϊπαρίσει | έχετε σναϊπαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σναϊπαρίσει | είχες σναϊπαρίσει | είχε σναϊπαρίσει | είχαμε σναϊπαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σναϊπαρίσει / να σναϊπάρω / να σναϊπαρίσω | να έχεις σναϊπαρίσει / να σναϊπάρεις / να σναϊπαρίσεις | να έχει σναϊπαρίσει / να σναϊπάρει / να σναϊπαρίσει | να έχουμε σναϊπαρίσει / να σναϊπάρουμε / να σναϊπαρίσουμε | να έχετε σναϊπαρίσει / να σναϊπάρετε / να σναϊπαρίσετε | να σναϊπάρουν / να σναϊπάρουνε / να σναϊπαρίσουν / να σναϊπαρίσουνε |
| Προστακτική | — | σνάιπαρε / σναϊπάρισε | — | — | σναϊπάρετε / σναϊπαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →