σνιφάρω
•
- μυρίζω με ηχηρό τρόπο Βικιλεξικό
- μυρίζω και ρουφώ μαζί υλικό (συνήθως σκόνη) από την μύτη· το λένε και (για) ναρκομανείς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σνιφάρω < αγγλικά: sniff + -άρω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →