σοβαντίζω
•
- σοβαντίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σοβαντίζω < (άμεσο δάνειο) τουρκική sıvadım, αόριστος του ρήματος sıvamak (επιχρίω, αρχική σημασία: εμποτίζω) ή (άμεσο δάνειο) τουρκική sovad(ι),αόριστος του ρήματος sovar
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σοβαντίζω | σοβαντίζεις | σοβαντίζει | σοβαντίζουμε | σοβαντίζετε | σοβαντίζουν / σοβαντίζουνε |
| Παρατατικός | σοβάντιζα | σοβάντιζες | σοβάντιζε | σοβαντίζαμε | σοβαντίζατε | σοβάντιζαν / σοβαντίζαν / σοβαντίζανε |
| Αόριστος | σοβάντισα | σοβάντισες | σοβάντισε | σοβαντίσαμε | σοβαντίσατε | σοβάντισαν / σοβαντίσαν / σοβαντίσανε |
| Μέλλοντας | θα σοβαντίζω / θα σοβαντίσω | θα σοβαντίζεις / θα σοβαντίσεις | θα σοβαντίζει / θα σοβαντίσει | θα σοβαντίζουμε / θα σοβαντίσουμε | θα σοβαντίζετε / θα σοβαντίσετε | θα σοβαντίζουν / θα σοβαντίζουνε / θα σοβαντίσουν / θα σοβαντίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σοβαντίσει | έχεις σοβαντίσει | έχει σοβαντίσει | έχουμε σοβαντίσει | έχετε σοβαντίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σοβαντίσει | είχες σοβαντίσει | είχε σοβαντίσει | είχαμε σοβαντίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σοβαντίσει / να σοβαντίζω / να σοβαντίσω | να έχεις σοβαντίσει / να σοβαντίζεις / να σοβαντίσεις | να έχει σοβαντίσει / να σοβαντίζει / να σοβαντίσει | να έχουμε σοβαντίσει / να σοβαντίζουμε / να σοβαντίσουμε | να έχετε σοβαντίσει / να σοβαντίζετε / να σοβαντίσετε | να σοβαντίζουν / να σοβαντίζουνε / να σοβαντίσουν / να σοβαντίσουνε |
| Προστακτική | — | σοβάντιζε / σοβάντισε | — | — | σοβαντίζετε / σοβαντίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →