σοβαρά
•
- με σοβαρότητα, χωρίς αστεία Βικιλεξικό
- Σου μιλάω σοβαρά, κι αν θέλεις, πίστεψέ με.
- ως ερώτησημπορεί να δηλώνει ειρωνεία και αμφισβήτηση όσων λέχθηκαν προηγουμένως Βικιλεξικό
- Μας υποσχέθηκε ότι θα μας δανείσει ένα ποσόν. - Σοβαρά; Αυτός έχει καβούρια στις τσέπες.
Ετυμολογία
σοβαρά < σοβαρ(ός) + -ά.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →