Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σοβαρεύομαι

ρήμα
•
  1. γίνομαι σοβαρός, σταματάω να αστεΐζομαι ή να κάνω χαζομάρες Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηωριμάζω ως άνθρωπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σοβαρεύομαι < παθητική φωνή του ρήματος σοβαρεύω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →