σοβαρεύομαι
•
- γίνομαι σοβαρός, σταματάω να αστεΐζομαι ή να κάνω χαζομάρες Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηωριμάζω ως άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σοβαρεύομαι < παθητική φωνή του ρήματος σοβαρεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →