σοβαρότερος
•
- που είναι πιο σοβαρός από κάποιον ή κάτι άλλο Βικιλεξικό
- Είναι σοβαρότερο άτομο από τον ξάδερφο του Παπαδάκη και καλύτερα να τον προσλάβεις αφήνοντας κατά μέρος τα ρυσφέτια.
- πιο ανησυχητικός, πιο βαρύς Βικιλεξικό
- Είναι δυστυχώς σοβαρότερης μορφής από του θείου, η πρόγνωση δεν είναι και τόσο καλή.
Ετυμολογία
σοβαρότερος < σοβαρ(ός) + -ότερος, συγκριτικός βαθμός του σοβαρός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σοβαρότερος | σοβαρότερη | σοβαρότερο |
| Γενική | σοβαρότερου | σοβαρότερης | σοβαρότερου |
| Αιτιατική | σοβαρότερο | σοβαρότερη | σοβαρότερο |
| Κλητική | σοβαρότερε | σοβαρότερη | σοβαρότερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σοβαρότεροι | σοβαρότερες | σοβαρότερα |
| Γενική | σοβαρότερων | σοβαρότερων | σοβαρότερων |
| Αιτιατική | σοβαρότερους | σοβαρότερες | σοβαρότερα |
| Κλητική | σοβαρότεροι | σοβαρότερες | σοβαρότερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →