Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σοβαρότερος

/so.vaˈɾo.te.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι πιο σοβαρός από κάποιον ή κάτι άλλο Βικιλεξικό
    • Είναι σοβαρότερο άτομο από τον ξάδερφο του Παπαδάκη και καλύτερα να τον προσλάβεις αφήνοντας κατά μέρος τα ρυσφέτια.
  2. πιο ανησυχητικός, πιο βαρύς Βικιλεξικό
    • Είναι δυστυχώς σοβαρότερης μορφής από του θείου, η πρόγνωση δεν είναι και τόσο καλή.

Ετυμολογία

σοβαρότερος < σοβαρ(ός) + -ότερος, συγκριτικός βαθμός του σοβαρός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσοβαρότεροςσοβαρότερησοβαρότερο
Γενικήσοβαρότερουσοβαρότερηςσοβαρότερου
Αιτιατικήσοβαρότεροσοβαρότερησοβαρότερο
Κλητικήσοβαρότερεσοβαρότερησοβαρότερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσοβαρότεροισοβαρότερεςσοβαρότερα
Γενικήσοβαρότερωνσοβαρότερωνσοβαρότερων
Αιτιατικήσοβαρότερουςσοβαρότερεςσοβαρότερα
Κλητικήσοβαρότεροισοβαρότερεςσοβαρότερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →