σοβαρότητα
•
- η ιδιότητα του σοβαρού Βικιλεξικό
- η κρισιμότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σοβαρότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σοβαρότης από την αιτιατική ενικού «τὴν σοβαρότητα» κατά τη νεοελληνική σημασία του σοβαρός και σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική seriousness. Συγχρονικά αναλύεται σε σοβαρ(ός) + -ότητα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σοβαρότητα | σοβαρότητες |
| Γενική | σοβαρότητας | σοβαροτήτων |
| Αιτιατική | σοβαρότητα | σοβαρότητες |
| Κλητική | σοβαρότητα | σοβαρότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →