Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σοβαρότητα

/so.vaˈɾo.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του σοβαρού Βικιλεξικό
  2. η κρισιμότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σοβαρότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σοβαρότης από την αιτιατική ενικού «τὴν σοβαρότητα» κατά τη νεοελληνική σημασία του σοβαρός και σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική seriousness. Συγχρονικά αναλύεται σε σοβαρ(ός) + -ότητα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσοβαρότητασοβαρότητες
Γενικήσοβαρότηταςσοβαροτήτων
Αιτιατικήσοβαρότητασοβαρότητες
Κλητικήσοβαρότητασοβαρότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →