σοβατίζω
•
- απλώνω ένα στρώμα σοβά πάνω σε επιφάνεια Βικιλεξικό
- ειρωνικάεφαρμόζω σε πρόσωπο παχύ στρώμα μακιγιάζ ή καλλυντικών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σοβατίζω < (άμεσο δάνειο) τουρκική sıvadım, αόριστος του ρήματος sıvamak (επιχρίω, αρχική σημασία: εμποτίζω) με [d] > [t]
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σοβατίζω | σοβατίζεις | σοβατίζει | σοβατίζουμε | σοβατίζετε | σοβατίζουν / σοβατίζουνε |
| Παρατατικός | σοβάτιζα | σοβάτιζες | σοβάτιζε | σοβατίζαμε | σοβατίζατε | σοβάτιζαν / σοβατίζαν / σοβατίζανε |
| Αόριστος | σοβάτισα | σοβάτισες | σοβάτισε | σοβατίσαμε | σοβατίσατε | σοβάτισαν / σοβατίσαν / σοβατίσανε |
| Μέλλοντας | θα σοβατίζω / θα σοβατίσω | θα σοβατίζεις / θα σοβατίσεις | θα σοβατίζει / θα σοβατίσει | θα σοβατίζουμε / θα σοβατίσουμε | θα σοβατίζετε / θα σοβατίσετε | θα σοβατίζουν / θα σοβατίζουνε / θα σοβατίσουν / θα σοβατίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σοβατίσει | έχεις σοβατίσει | έχει σοβατίσει | έχουμε σοβατίσει | έχετε σοβατίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σοβατίσει | είχες σοβατίσει | είχε σοβατίσει | είχαμε σοβατίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σοβατίσει / να σοβατίζω / να σοβατίσω | να έχεις σοβατίσει / να σοβατίζεις / να σοβατίσεις | να έχει σοβατίσει / να σοβατίζει / να σοβατίσει | να έχουμε σοβατίσει / να σοβατίζουμε / να σοβατίσουμε | να έχετε σοβατίσει / να σοβατίζετε / να σοβατίσετε | να σοβατίζουν / να σοβατίζουνε / να σοβατίσουν / να σοβατίσουνε |
| Προστακτική | — | σοβάτιζε / σοβάτισε | — | — | σοβατίζετε / σοβατίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →