σοβατεπί
•
- οικοδομικήη στενή κι οριζόντια λωρίδα από ξύλο, μάρμαρο, μωσαϊκό κ.λπ. η οποία καλύπτει το κάτω μέρος του εσωτερικού τοίχου στο σημείο όπου ενώνεται με το δάπεδο για λόγους προστασίας και καθαριότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σοβατεπί < (άμεσο δάνειο) τουρκική sıvadibi
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σοβατεπί | σοβατεπιά |
| Γενική | σοβατεπιού | σοβατεπιών |
| Αιτιατική | σοβατεπί | σοβατεπιά |
| Κλητική | σοβατεπί | σοβατεπιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →