Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σοβιετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το σοβιέτ ή τη Σοβιετική Ένωση Βικιλεξικό
    • παρακολουθούσε συναρπασμένος την προέλασή τους. Τὰ πέρασαν τὰ σύνορα! Φτάσανε στη Δράμα! Φτάσανε στην Καβάλα! -Αὔριο θάναι στη Θεσσαλονίκη - πανηγύριζε ὁ λαός. Όλοι νοιώθαμε μιὰ ἐγγύηση σ' αὐτὴ τὴν προέλαση. Καὶ ξάφνου! Τὰ σοβιετικά στρατεύματα ὄχι μόνο στη Θεσσαλονίκη δεν έφτασαν, αλλά μαθαίνουμε, αποσύρθηκαν ξανά πέρα απ' τα σύνορα. (Μήτσος Ν. Δημητρίου-Νικηφόρος, Αντάρτες στα βουνά της Ρούμελης: Χρονικό 1930-1944, τόμος 3, 1965, σελ. 339)

Ετυμολογία

σοβιετικός < σοβιέτ + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσοβιετικόςσοβιετικήσοβιετικό
Γενικήσοβιετικούσοβιετικήςσοβιετικού
Αιτιατικήσοβιετικόσοβιετικήσοβιετικό
Κλητικήσοβιετικέσοβιετικήσοβιετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσοβιετικοίσοβιετικέςσοβιετικά
Γενικήσοβιετικώνσοβιετικώνσοβιετικών
Αιτιατικήσοβιετικούςσοβιετικέςσοβιετικά
Κλητικήσοβιετικοίσοβιετικέςσοβιετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →