σοδεύω
•
- σπάνιοσυγκεντρώνω σε αποθήκες σιτηρά ή άλλα για πούλημα (ή άλλους σκοπούς) Βικιλεξικό
- σπάνιοζω σαν εισοδηματίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σοδεύω < ελληνιστική κοινή εἰσοδεύω < αρχαία ελληνική εἴσοδος < εἰς + ὁδός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →