σοδομίζω
•
- κάνω σε κάποιον πρωκτικό σεξ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σοδομίζω < σοδομία + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σοδομίζω | σοδομίζεις | σοδομίζει | σοδομίζουμε | σοδομίζετε | σοδομίζουν / σοδομίζουνε |
| Παρατατικός | σοδόμιζα | σοδόμιζες | σοδόμιζε | σοδομίζαμε | σοδομίζατε | σοδομίζαν / σοδομίζανε / σοδόμιζαν |
| Αόριστος | σοδόμισα | σοδόμισες | σοδόμισε | σοδομίσαμε | σοδομίσατε | σοδομίσαν / σοδομίσανε / σοδόμισαν |
| Μέλλοντας | θα σοδομίζω / θα σοδομίσω | θα σοδομίζεις / θα σοδομίσεις | θα σοδομίζει / θα σοδομίσει | θα σοδομίζουμε / θα σοδομίσουμε | θα σοδομίζετε / θα σοδομίσετε | θα σοδομίζουν / θα σοδομίζουνε / θα σοδομίσουν / θα σοδομίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σοδομίσει | έχεις σοδομίσει | έχει σοδομίσει | έχουμε σοδομίσει | έχετε σοδομίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σοδομίσει | είχες σοδομίσει | είχε σοδομίσει | είχαμε σοδομίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σοδομίσει / να σοδομίζω / να σοδομίσω | να έχεις σοδομίσει / να σοδομίζεις / να σοδομίσεις | να έχει σοδομίσει / να σοδομίζει / να σοδομίσει | να έχουμε σοδομίσει / να σοδομίζουμε / να σοδομίσουμε | να έχετε σοδομίσει / να σοδομίζετε / να σοδομίσετε | να σοδομίζουν / να σοδομίζουνε / να σοδομίσουν / να σοδομίσουνε |
| Προστακτική | — | σοδόμιζε / σοδόμισε | — | — | σοδομίζετε / σοδομίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →