Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σοδομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά τη σοδομία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σοδομικός < σοδομία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσοδομικόςσοδομικήσοδομικό
Γενικήσοδομικούσοδομικήςσοδομικού
Αιτιατικήσοδομικόσοδομικήσοδομικό
Κλητικήσοδομικέσοδομικήσοδομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσοδομικοίσοδομικέςσοδομικά
Γενικήσοδομικώνσοδομικώνσοδομικών
Αιτιατικήσοδομικούςσοδομικέςσοδομικά
Κλητικήσοδομικοίσοδομικέςσοδομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →