Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σοκακιάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οικείοαυτός που ου αρέσει να τριγυρνάει στους δρόμους, να περιφέρεται στα σοκάκια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σοκακιάρης < σοκάκ(ι) + -ιάρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσοκακιάρηςσοκακιάρηδες
Γενικήσοκακιάρησοκακιάρηδων
Αιτιατικήσοκακιάρησοκακιάρηδες
Κλητικήσοκακιάρησοκακιάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →