σοκακιάρης
•
- οικείοαυτός που ου αρέσει να τριγυρνάει στους δρόμους, να περιφέρεται στα σοκάκια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σοκακιάρης < σοκάκ(ι) + -ιάρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σοκακιάρης | σοκακιάρηδες |
| Γενική | σοκακιάρη | σοκακιάρηδων |
| Αιτιατική | σοκακιάρη | σοκακιάρηδες |
| Κλητική | σοκακιάρη | σοκακιάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →