σοκακού
•
- γυναίκα που περιφέρεται εδώ κι εκεί, που ξεπορτίζει συνέχεια· η σοκακιάρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σοκακού < σοκάκ(ι) + -ού
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σοκακού | σοκακούδες |
| Γενική | σοκακούς | σοκακούδων |
| Αιτιατική | σοκακού | σοκακούδες |
| Κλητική | σοκακού | σοκακούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →