Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σοκολατερί

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κατάστημα ειδικευμένο στην παραγωγή ή πώληση σοκολάτας και συναφών γλυκισμάτων Βικιλεξικό
  2. χώρος εστίασης όπου η σοκολάτα σερβίρεται σε ποικίλες μορφές ως κύριο ρόφημα ή γλύκισμα Βικιλεξικό
    • Αυτές οι σοκολατερί της Αθήνας φτιάχνουν την τέλεια ζεστή σοκολάτα. Πυκνή, παχύρρευστη, γλυκόπικρη ή πιο γλυκιά, μαύρη, γάλακτος, λευκή, βιενουά, με ρούμι ή με πιπέρι καγιέν, η ζεστή σοκολάτα είναι συνώνυμη με τη χειμωνιάτικη θαλπωρή. (www.kathimerini.gr, 10.01.2024)
  3. σπάνιοσοκολατοβιομηχανία, σοκολατοποιία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σοκολατερί < γαλλική chocolaterie < chocolat + -erie < ισπανική chocolate < κλασική νάουατλ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →