σοκολατόχρους
•
- παρωχημένοπου έχει σοκολατένιο («σοκολατί»), καφέ ή σκούρο καφέ, χρώμα Βικιλεξικό
- Τήν στιγμήν ἐκείνην, μία ὡραία σοκολατόχρους ἰνδομιγής κόρη, […], διέσχισε τόν ἀμέσως πρό τοῦ ἀεροστάτου κενόν χῶρον
- Ἡ μεθαιμοσφαιρίνη εἶναι σοκολατόχρους καὶ ἀντιδρᾶ μετὰ τοῦ ἰόντος τοῧ κυανίου σχηματίζουσα κυανομεθαιμοσφαιρίνην.
- Μετά, η άπνοια πάλι. | Ὥσπου διέρχεται θεία παιδίσκη | κι είναι γκοφρέ κι είναι σοκολατόχρους | κι όλο το βράδυ εσύ παιδεύεσαι | να σκίσεις το περιτύλιγμα.
- Σοκολατόχρους κύστη της ωοθήκης: Είναι μια ενδομητριοειδής κύστη, που προκαλείται από την ενδομητρίωση και σχηματίζεται όταν ένα μικρό κομμάτι ενδομητρικού ιστού, που είναι ο βλεννογόνος που αποτελεί την εσωτερική στιβάδα του τοιχώματος της μήτρας αιμορραγεί, μεταναστεύει και μεγαλώνει μέσα στις ωοθήκες.
Ετυμολογία
σοκολατόχρους < (καθαρεύουσα ή σε λόγιο ύφος) σοκολάτ(α) + -ό- + -χρους ( < αρχαία ελληνική χρώς: το χρώμα), κατά το αρχαιοελληνικό κυανόχρους • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σοκολατόχρους | — | σοκολατόχρουν |
| Γενική | σοκολατόχρου | — | σοκολατόχρου |
| Αιτιατική | σοκολατόχρου | — | σοκολατόχρουν |
| Κλητική | σοκολατόχρους | — | σοκολατόχρουν |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σοκολατόχροες | — | σοκολατόχροα |
| Γενική | σοκολατοχρόων | — | σοκολατοχρόων |
| Αιτιατική | σοκολατόχροες | — | σοκολατόχροα |
| Κλητική | σοκολατόχροες | — | σοκολατόχροα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →