σολάκης
•
- ιστορίατοξότης του γενιτσαρικού σώματος που υπηρετούσε ως σωματοφύλακας του σουλτάνου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σολάκης < μεσαιωνική ελληνική σολάκης < τουρκική solak < sol (αριστερός) + -ak
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σολάκης | σολάκηδες |
| Γενική | σολάκη | σολάκηδων |
| Αιτιατική | σολάκη | σολάκηδες |
| Κλητική | σολάκη | σολάκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →