σολίστα
•
- μουσικήθηλυκό του σολίστας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σολίστα < σολίστ(ας) + -α. Δείτε και -ίστα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σολίστα | σολίστες |
| Γενική | σολίστας | σολιστών |
| Αιτιατική | σολίστα | σολίστες |
| Κλητική | σολίστα | σολίστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →