σολίστας
•
- ερμηνευτής μουσικού οργάνου (ή και τραγουδιστής) που ερμηνεύει έργο σόλο (χωρίς συνοδεία άλλων οργάνων) ή έργο όπου έχει πρωταγωνιστικό ρόλο Βικιλεξικό
- ο Έλληνας σολίστας Δημήτρης Σγούρος έδωσε ρεσιτάλ πιάνου
- σολίστας στο κοντσέρτο για βιολί του Σιμπέλιους, ήταν ο Λεωνίδας Καβάκος
- χαρακτηρισμός δεξιοτέχνη εκτελεστή (ή και τραγουδιστή) Βικιλεξικό
- η Τζίνα Μπαχάουερ, η Μαρίκα Παπαϊωάννου, η Ρένα Κυριακού, συγκαταλέγονταν στις μεγάλες σολίστες πιάνου
Ετυμολογία
σολίστας < (λόγιο δάνειο) γαλλική soliste ή ιταλική solista + -ς Δείτε και -ίστας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σολίστας | σολίστες |
| Γενική | σολίστα | σολιστών |
| Αιτιατική | σολίστα | σολίστες |
| Κλητική | σολίστα | σολίστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →