σομιέ
•
- το δικτυωτό συρμάτινο πλέγμα ενός κρεβατιού, πάνω στο οποίο ακουμπά το στρώμα Βικιλεξικό
- οι σούστες ενός καναπέ ή καθίσματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σομιέ < αντιδάνειο: άμεσο δάνειο από τη γαλλική sommier < υστερολατινική sagmarium (αρχική σημασία: υποζύγιο) < sagmarius < sagma > αρχαία ελληνική σάγμα (σαμάρι)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →