σορβικός
•
- που έχει σχέση με το σορβικό οξύ, το σορβικό κάλιο κ.λπ. ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σορβικός < αγγλική sorbic < sorb < λατινική sorbus
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σορβικός | σορβική | σορβικό |
| Γενική | σορβικού | σορβικής | σορβικού |
| Αιτιατική | σορβικό | σορβική | σορβικό |
| Κλητική | σορβικέ | σορβική | σορβικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σορβικοί | σορβικές | σορβικά |
| Γενική | σορβικών | σορβικών | σορβικών |
| Αιτιατική | σορβικούς | σορβικές | σορβικά |
| Κλητική | σορβικοί | σορβικές | σορβικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →