Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σορβικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το σορβικό οξύ, το σορβικό κάλιο κ.λπ. ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σορβικός < αγγλική sorbic < sorb < λατινική sorbus

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσορβικόςσορβικήσορβικό
Γενικήσορβικούσορβικήςσορβικού
Αιτιατικήσορβικόσορβικήσορβικό
Κλητικήσορβικέσορβικήσορβικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσορβικοίσορβικέςσορβικά
Γενικήσορβικώνσορβικώνσορβικών
Αιτιατικήσορβικούςσορβικέςσορβικά
Κλητικήσορβικοίσορβικέςσορβικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →