σορτάρω
•
- νεολογισμός: εισάγω ή εξάγω, προσθέτω ή αφαιρώ, διευθετώ ή κατανέμω κάτι, πάντα όμως σε μικροποσότητες Βικιλεξικό
- πουλώ αξιόγραφα που δεν βρίσκονται στην κατοχή μου, ή βρίσκονται χωρίς όμως δικαίωμα πώλησης. Βικιλεξικό
- ταξινομώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σορτάρω < αγγλική sorting > sort + -άρω : σορτάρω < αγγλική shorting > short + -άρω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →