σορός
•
- το σώμα του νεκρού (όπως έχει προετοιμαστεί για ταφή ή αποτέφρωση) Βικιλεξικό
- Η σορός του βραβευμένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας Κολομβιανού συγγραφέα Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ο οποίος απεβίωσε την Μεγάλη Πέμπτη, αποτεφρώθηκε ήδη, όπως ανακοίνωσε ο πρεσβευτής του Μεξικού. (enet.gr)
- το φέρετρο στο οποίο έχουν τοποθετήσει μια σορό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σορός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σορός (φέρετρο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σορός | σοροί |
| Γενική | σορού | σορών |
| Αιτιατική | σορό | σορούς |
| Κλητική | σορέ | σοροί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →