Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σοσιαλίζων

/so.si.aˈli.zon/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που πραγματοποιεί ή πράττει σοσιαλιστικές μεθόδους ή συμφωνεί με σοσιαλιστικές πολιτικές Βικιλεξικό
    • Δηλαδή θα πέσω έξω αν πω ότι είστε εθνικόφρων μέν, σοσιαλίζων δε στην πράξη ; (Σταύρος Π. Ψυχάρης, Οι μνηστήρες της εξουσίας στο παιχνίδι της αλήθειας, εκδ. Παπαζήση, 1977, σελ. 30)
    • η καθεαυτό υπογραφή του, από το 1919 κ.ε., εμφανιζόταν ολοένα συχνότερα σε πανελληνίως υπολογίσιμα περιοδικά, όπως ο σοσιαλίζων Νουμάς ή ο πιο αισθαντικός Λόγος της Πόλης και, να, εντελώς πρόσφατα, και στην νεοτερική και νεανικότερη Μούσα (Γεώργιος Π. Σαββίδης, Τράπεζα πνευματική, 1963-1993, εκδ. Πορεία, 1994, σελ. 263)

Ετυμολογία

σοσιαλίζων < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του σοσιαλίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσοσιαλίζοντας / σοσιαλίζωνσοσιαλίζουσασοσιαλίζον
Γενικήσοσιαλίζοντα / σοσιαλίζοντοςσοσιαλίζουσας / σοσιαλιζούσηςσοσιαλίζοντος
Αιτιατικήσοσιαλίζοντασοσιαλίζουσασοσιαλίζον
Κλητικήσοσιαλίζοντα / σοσιαλίζωνσοσιαλίζουσασοσιαλίζον

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσοσιαλίζοντεςσοσιαλίζουσεςσοσιαλίζοντα
Γενικήσοσιαλιζόντωνσοσιαλιζουσώνσοσιαλιζόντων
Αιτιατικήσοσιαλίζοντεςσοσιαλίζουσεςσοσιαλίζοντα
Κλητικήσοσιαλίζοντεςσοσιαλίζουσεςσοσιαλίζοντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →