Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σοσιαλδημοκρατία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η πολιτική πτέρυγα στο χώρο της κεντροαριστεράς η οποία αποτελεί τη συνέχεια εκείνων των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων του 19ου αιώνα που απέρριψαν την επανάσταση ως μέσο για την κοινωνική αλλαγή και επιδιώκει ένα δημοκρατικό κράτος πρόνοιας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σοσιαλδημοκρατία < γερμανική Socialdemocratie

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσοσιαλδημοκρατίασοσιαλδημοκρατίες
Γενικήσοσιαλδημοκρατίαςσοσιαλδημοκρατιών
Αιτιατικήσοσιαλδημοκρατίασοσιαλδημοκρατίες
Κλητικήσοσιαλδημοκρατίασοσιαλδημοκρατίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →