Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σου σεφ

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γαστρονομίαβοηθός του/της σεφ, δεύτερος στην ιεραρχία της κουζίνας, που μπορεί και να τον/την αντικαθιστά σε περίπτωση απουσίας· (κυριολεκτικά) υπό / αμέσως κάτω από τον/την σεφ Βικιλεξικό
    • […] ένα εστιατόριο αφιερωμένο στη Νέο [sic] Ελληνική Κουζίνα, απ' όπου πέρασε ο [Λεωνίδας] Κουτσόπουλος και ο Κομνηνός Μουφλουζέλης (για χρόνια, σου σεφ του Λαζάρου)

Ετυμολογία

σου σεφ < (άμεσο δάνειο) γαλλική sous-chef

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →