Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σουβάλα

/suˈva.la/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιωματικόφυσικός λάκκος ή ταμιευτήρας με νερό Βικιλεξικό
    • Μέ λιοπύρια πού σκάζ’ ό τσίντσιρας καί νά πηγαίν’ ό ίδρος σουβάλα, μέ βροχές καί μέ γαζέπια (καταιγίδες) καί μέ μεγάλες φουρτούνες πού νά τούς χτυπούν τά χαλάζια στ’ αυτιά, πάντα αυτοί ξενηστικωμένοι παιδεύονται στούς δρόμους. (Ηπειρωτική Εστία, τεύχος 98, 1960, σελ. 464 https://olympias.lib.uoi.gr/jspui/bitstream/123456789/27556/1/%CE%97%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%20%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1%20%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%87.98,%201960.pdf)

Ετυμολογία

σουβάλα < σλαβικής προέλευσης sŭvala

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσουβάλασουβάλες
Γενικήσουβάλας—
Αιτιατικήσουβάλασουβάλες
Κλητικήσουβάλασουβάλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →