Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σουβλί

/suˈvli/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εργαλείοαιχμηρό εργαλείο με το οποίο χαράσσεται μια γραμμή από μικρές τρύπες για ξυλουργικές εργασίες ή γενικότερα ανοίγονται τρύπες (από υποδηματοποιούς κ.ά.) σε δέρματα κ.λπ. Βικιλεξικό
    • Μετά κέρωνε καλά τον σπάγκο και με το σουβλί έρραβε το «φόντι» πάνω στην σόλα, βοηθούμενος από το καλαπόδι. Τα χέρια του ήταν δυνατά και ροζιασμένα, κι όταν περνούσε αντίθετα τις δυό βελόνες από την τρύπα που άνοιγε κάθε φορά με το σουβλί, ο κερωμένος σπάγκος τραβιόταν με τόση δύναμη που ώστε έκανε ένα σώμα σόλα και φόντι (Κώστας Δούκας, Τα χρόνια της ντροπής, Μυθ(ιστόρημα), 2017)
    • Να αντικαταστήσει .... τα ξελουριστήρια, τὸ ἀπαραίτητον αὐτὸ ὄργανον κάθε παπουτσῆ , μὲ τὸ προφυλακτήριον , τὸ κατσαπροκάκι μὲ τὴν σφενδόνην, τὸ καβέστρο μὲ τὴν κατόχην καὶ μὲ ἀνάλογον ἑλληνικὴν λέξιν τὰ κομματιαστά παπούτσια, τὰ κουμπωτά, τὰ σκιστά, τὶς μπότες , τὰ μποτίνια, τὶς σάνες , τους γκλασέδες, τοὺς σαγρέδες, τὰ σεβρά, τὰ βιδέλα, τὰ καραμάντουλα, τὶς τιράντες, τὶς μετζεσόλες, τὰ βάρδουλα, τὰ σουβλιά, τὶς μπρόκες, τὰ φαλτσέτα καὶ τὰ μασσάτια. (Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Ξενηλασία ἤ ἰσοτέλεια, κεφάλαιο: Ἠμποροῦν νά φύγουν αἱ ξέναι λέξεις;, εκδ. Π. Δ. Σακελλάριος, 1905, σελ. 45 https://www.google.gr/books/edition/Xen%C4%93lasia_%C4%93_isoteleia/-k8-AAAAYAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CF%83%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%AD%CE%B4%CE%B5%CF%82%22&pg=PA46&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

σουβλί < μεσαιωνική ελληνική σουβλί / σουβλίν / σουβλίον, υποκοριστικό του σούβλα < λατινική subula

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσουβλίσουβλιά
Γενικήσουβλιούσουβλιών
Αιτιατικήσουβλίσουβλιά
Κλητικήσουβλίσουβλιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →