σουβλατζής
•
- επάγγελμαο πλανόδιος, ή μόνιμα εγκατεστημένος ψήστης που ψήνει και πουλάει σουβλάκια έτοιμα για κατανάλωση, Βικιλεξικό
- επάγγελμαο ιδιοκτήτης ψητοπωλείου που πουλάει έτοιμα σουβλάκια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σουβλατζής < σουβλά(κι) + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σουβλατζής | σουβλατζήδες |
| Γενική | σουβλατζή | σουβλατζήδων |
| Αιτιατική | σουβλατζή | σουβλατζήδες |
| Κλητική | σουβλατζή | σουβλατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →