Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σουβλομύτης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ειρωνικόπεριπαικτικός χαρακτηρισμός για άτομο που έχει σουβλερή μύτη Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοκοινή ονομασία του ψαριού ούγαινα / ούγενα) (Diplodus puntazzo, Puntazzo puntazzo) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σουβλομύτης < σουβλ(ί) + ο- + μύτ(η) + -ης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσουβλομύτηςσουβλομύτασουβλομύτικο
Γενικήσουβλομύτησουβλομύταςσουβλομύτικου
Αιτιατικήσουβλομύτησουβλομύτασουβλομύτικο
Κλητικήσουβλομύτησουβλομύτασουβλομύτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσουβλομύτηδεςσουβλομύτεςσουβλομύτικα
Γενικήσουβλομύτηδων—σουβλομύτικων
Αιτιατικήσουβλομύτηδεςσουβλομύτεςσουβλομύτικα
Κλητικήσουβλομύτηδεςσουβλομύτεςσουβλομύτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →