σουδάκι
•
- γαστρονομίαυποκοριστικό του σου Βικιλεξικό
- Κόβουμε τα σουδάκια στη μέση και τα γεμίζουμε με παγωτό της αρεσκείας μας. Τα αραδιάζουμε στο μπολ και περιχύνουμε με τη σάλτσα. (*)
Ετυμολογία
σουδάκι < σου + υποκοριστικό επίθημα -άκι < (άμεσο δάνειο) γαλλική chou
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σουδάκι | σουδάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | σουδάκι | σουδάκια |
| Κλητική | σουδάκι | σουδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →