Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σουηδέζικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προέρχεται από ή αναφέρεται στπ Σουηδία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σουηδέζικος < Σουηδέζος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσουηδέζικοςσουηδέζικησουηδέζικη / σουηδέζικο
Γενικήσουηδέζικουσουηδέζικηςσουηδέζικου
Αιτιατικήσουηδέζικοσουηδέζικησουηδέζικο
Κλητικήσουηδέζικεσουηδέζικησουηδέζικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσουηδέζικοισουηδέζικεςσουηδέζικα
Γενικήσουηδέζικωνσουηδέζικωνσουηδέζικων
Αιτιατικήσουηδέζικουςσουηδέζικεςσουηδέζικα
Κλητικήσουηδέζικοισουηδέζικεςσουηδέζικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →