σουηδικά
•
- γλώσσαπου μιλιέται στη Σουηδία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σουηδικά < σουηδικός, στον πληθυντικό του ουδέτερου
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σουηδικά | σουηδικά |
| Γενική | — | σουηδικών |
| Αιτιατική | — | σουηδικά |
| Κλητική | — | σουηδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →