σουλτανίνα
•
- ποικιλία σταφυλιών με κίτρινες ρώγες χωρίς σπόρους, από την οποία παράγονται ξανθές σταφίδες Βικιλεξικό
- η ξανθή σταφίδα που παράγεται από την παραπάνω ποικιλία σταφυλιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σουλτανίνα < (άμεσο δάνειο) ιταλική sultanina < τουρκικά sultanî
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σουλτανίνα | σουλτανίνες |
| Γενική | σουλτανίνας | — |
| Αιτιατική | σουλτανίνα | σουλτανίνες |
| Κλητική | σουλτανίνα | σουλτανίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →