Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σουξέ

/suˈkse/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. επιτυχία, αναγνώριση, πέραση Βικιλεξικό
    • στη φράση έχω σουξέ
  2. λαϊκότροπο ιδίως για τραγούδι) μεγάλη (μουσική) επιτυχία Βικιλεξικό
    • Τότε τους λέγαμε «γεγέδες» –στη Γαλλία όμως «φοριόταν» το «Yé-yé» (εκ του «yeah yeah» που ακουγόταν πολύ συχνά στους Beatles), και ένας εκ των σημαντικοτέρων εκπροσώπων του ιδιώματος ήταν και ο Ρισάρ Αντονί, περισσότερο γνωστός σήμερα για το σουξέ «J’entends siffler la train», δηλαδή τη γαλλική διασκευή του «A hundred miles». (Εφυγε ο γάλλος «γεγές» Ρισάρ Αντονί Τα Νέα, 20/4/2025 https://www.tanea.gr/2015/04/20/lifearts/efyge-o-gallos-geges-risar-antoni/amp/)

Ετυμολογία

σουξέ < (οπτικό δάνειο) γαλλική succès < λατινική successus (είσοδος ή έφοδος σε τόπο), μετοχή του succedo

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →