σουπιάζω
•
- γίνομαι νερουλός όπως η σούπα, νερουλιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σουπιάζω < σούπ(α) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σουπιάζω | σουπιάζεις | σουπιάζει | σουπιάζουμε | σουπιάζετε | σουπιάζουν / σουπιάζουνε |
| Παρατατικός | σούπιαζα | σούπιαζες | σούπιαζε | σουπιάζαμε | σουπιάζατε | σουπιάζαν / σουπιάζανε / σούπιαζαν |
| Αόριστος | σούπιασα | σούπιασες | σούπιασε | σουπιάσαμε | σουπιάσατε | σουπιάσαν / σουπιάσανε / σούπιασαν |
| Μέλλοντας | θα σουπιάζω / θα σουπιάσω | θα σουπιάζεις / θα σουπιάσεις | θα σουπιάζει / θα σουπιάσει | θα σουπιάζουμε / θα σουπιάσουμε | θα σουπιάζετε / θα σουπιάσετε | θα σουπιάζουν / θα σουπιάζουνε / θα σουπιάσουν / θα σουπιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σουπιάσει | έχεις σουπιάσει | έχει σουπιάσει | έχουμε σουπιάσει | έχετε σουπιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σουπιάσει | είχες σουπιάσει | είχε σουπιάσει | είχαμε σουπιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σουπιάσει / να σουπιάζω / να σουπιάσω | να έχεις σουπιάσει / να σουπιάζεις / να σουπιάσεις | να έχει σουπιάσει / να σουπιάζει / να σουπιάσει | να έχουμε σουπιάσει / να σουπιάζουμε / να σουπιάσουμε | να έχετε σουπιάσει / να σουπιάζετε / να σουπιάσετε | να σουπιάζουν / να σουπιάζουνε / να σουπιάσουν / να σουπιάσουνε |
| Προστακτική | — | σούπιαζε / σούπιασε | — | — | σουπιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σουπιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →