σουπιοκόκαλο
•
- το εσωτερικό κέλυφος της σουπιάς, με κύριο συστατικό τον αραγωνίτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σουπιοκόκαλο < σουπι(ά) + -ό- + κόκαλο, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cuttlebone (cuttlefish bone)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σουπιοκόκαλο | σουπιοκόκαλα |
| Γενική | σουπιοκοκάλου / σουπιοκόκαλου | σουπιοκοκάλων / σουπιοκόκαλων |
| Αιτιατική | σουπιοκόκαλο | σουπιοκόκαλα |
| Κλητική | σουπιοκόκαλο | σουπιοκόκαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →