Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σουρβιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δέντρομικρό φυλλοβόλο δέντρο του γένους Sorbus, με σύνθετα φύλλα, μικρά άσπρα άνθη και μικρούς σφαιρικούς καρπούς, συνήθως κίτρινους ή κόκκινους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σουρβιά < μεσαιωνική ελληνική σουρβία < λατινική sorbus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sor / *ser (κόκκινο, καφεκόκκινο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσουρβιάσουρβιές
Γενικήσουρβιάςσουρβιών
Αιτιατικήσουρβιάσουρβιές
Κλητικήσουρβιάσουρβιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →