σουρμές
•
- παρωχημένομαύρη βαφή που χρησιμοποιείται για το βάψιμο των βλεφάρων και των βλεφαρίδων Βικιλεξικό
- Μια κυρά στο παραθύρι, βάφει φρύδια με σουρμέ, ας την φίλουν ο καϋμένος, κι ας πληρώσω ντζερεμέ. (Κ. Τεφαρίκης, Ἀνθολογίας ασμάτων μέρος Αʹ. Λιανοτράγουδα ἠτοι συλλογή δίστιχων δημοτικών ασμάτων, Ἐκδοσις δευτέρα, 1868, σελ. 98 https://www.google.gr/books/edition/%E1%BC%88%CE%BD%CE%B8%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%82_%CC%93%CD%85%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%84%CF%89%CE%BD/1QVeAAAAcAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CF%83%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BC%CE%AD%22&pg=PA98&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
σουρμές < τουρκική • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σουρμές | σουρμέδες |
| Γενική | σουρμέ | σουρμέδων |
| Αιτιατική | σουρμέ | σουρμέδες |
| Κλητική | σουρμέ | σουρμέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →