Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σουρντίνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μουσικήμουσικό εξάρτημα που προσαρτάται πάνω σε μουσικό όργανο για να μειωθεί η ένταση του ήχου και να μεταβληθεί το ηχόχρωμα του μουσικού οργάνου Βικιλεξικό
    • ...κλείστηκα αμέσως στο δωμάτιο με το πιάνο. Το δωμάτιο είχε ένα παχύ χαλί και, αν συνυπολογίσεις πως έπαιζα και με σουρντίνα να μην ενοχλώ, καταλαβαίνει κανείς πως ήταν δύσκολο να ακουστώ στα υπόλοιπα δωμάτια του σπιτιού μας. (Οδυσσέας Ιωάννου, Ο Θάνος κι ο Μικρούτσικος. Μια αυτοβιογραφία μέσα από 24 συναντήσεις, εκδόσεις Πατάκης, 2016)
  2. μεταφορικάκάτι που προκαλεί μείωση του ήχου (σαν να χρησιμοποιούσε κανείς το ομώνυμο μουσικό εξάρτημα) Βικιλεξικό
    • ...ακόμα και η επιλογή των γεγονότων που αφηγούμαι, όπως η έμφαση που δίνω στο καθένα είναι καθοριστικές για την τελική μορφή της ιστορίας μου. Τι βάζω μέσα και τι αφήνω απ'έξω; Τι τονίζω και τι λέω με σουρντίνα; (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης, Προσωπική μυθιστορία, εκδόσεις Ίκαρος, 2018)
    • Άκουσε έναν γνώριμο ήχο. Μια κραυγή μέσα από σουρντίνα. Έβγαινε από όλες τις κλειστές πόρτες. Στην αρχή ήταν ένα ακαθόριστο μουρμουρητό. Ένα μακρινό μουγκρητό. «Ο τελικός του Μουντιάλ», σκέφτηκε. «Το είχα ξεχάσει».» (Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Η εσχάτη των ποινών, εκδ. Καστανιώτη, 2015, μετάφραση: Κώστας Αθανασίου)

Ετυμολογία

σουρντίνα < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική sourdine < ιταλική sordina < ιταλική sordo (κουφός) < λατινική surdus

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσουρντίνασουρντίνες
Γενικήσουρντίναςσουρντινών
Αιτιατικήσουρντίνασουρντίνες
Κλητικήσουρντίνασουρντίνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →