σουρομαδάω
•
- τραβάω τα μαλλιά ενός άλλου ατόμου Βικιλεξικό
- στην μεσοπαθητική φωνήτραβάω τα μαλλιά μου από απόγνωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σουρομαδάω < *συρομαδώ < σύρω + μαδώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σουρομαδάω / σουρομαδώ | σουρομαδάς | σουρομαδά / σουρομαδάει | σουρομαδάμε / σουρομαδούμε | σουρομαδάτε | σουρομαδάν / σουρομαδάνε / σουρομαδούν / σουρομαδούνε |
| Παρατατικός | σουρομαδούσα | σουρομαδούσες | σουρομαδούσε | σουρομαδούσαμε | σουρομαδούσατε | σουρομαδούσαν / σουρομαδούσανε |
| Αόριστος | σουρομάδησα | σουρομάδησες | σουρομάδησε | σουρομαδήσαμε | σουρομαδήσατε | σουρομάδησαν / σουρομαδήσαν / σουρομαδήσανε |
| Μέλλοντας | θα σουρομαδάω / θα σουρομαδήσω / θα σουρομαδώ | θα σουρομαδάς / θα σουρομαδήσεις | θα σουρομαδά / θα σουρομαδάει / θα σουρομαδήσει | θα σουρομαδάμε / θα σουρομαδήσουμε / θα σουρομαδούμε | θα σουρομαδάτε / θα σουρομαδήσετε | θα σουρομαδάν / θα σουρομαδάνε / θα σουρομαδήσουν / θα σουρομαδήσουνε / θα σουρομαδούν / θα σουρομαδούνε |
| Παρακείμενος | έχω σουρομαδήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σουρομαδήσει / να σουρομαδάω / να σουρομαδήσω / να σουρομαδώ | να σουρομαδάς / να σουρομαδήσεις | να σουρομαδά / να σουρομαδάει / να σουρομαδήσει | να σουρομαδάμε / να σουρομαδήσουμε / να σουρομαδούμε | να σουρομαδάτε / να σουρομαδήσετε | να σουρομαδάν / να σουρομαδάνε / να σουρομαδήσουν / να σουρομαδήσουνε / να σουρομαδούν / να σουρομαδούνε |
| Προστακτική | — | σουρομάδα / σουρομάδαγε / σουρομάδησε | — | — | σουρομαδάτε / σουρομαδήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σουρομαδήθηκασουρομαδιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →