σουρομαλλιάζω
•
- τραβώ τα μαλλιά ενός ατόμου, σουρομαδάω Βικιλεξικό
- στην μεσοπαθητική φωνήφιλονικώ με έναν αντίπαλο τραβώντας τα μαλλιά του, μαλλιοτραβιέμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σουρομαλλιάζω < *συρομαλλιάζω < σύρω + μαλλιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σουρομαλλιάζω | σουρομαλλιάζεις | σουρομαλλιάζει | σουρομαλλιάζουμε | σουρομαλλιάζετε | σουρομαλλιάζουν / σουρομαλλιάζουνε |
| Παρατατικός | σουρομάλλιαζα | σουρομάλλιαζες | σουρομάλλιαζε | σουρομαλλιάζαμε | σουρομαλλιάζατε | σουρομάλλιαζαν / σουρομαλλιάζαν / σουρομαλλιάζανε |
| Αόριστος | σουρομάλλιασα | σουρομάλλιασες | σουρομάλλιασε | σουρομαλλιάσαμε | σουρομαλλιάσατε | σουρομάλλιασαν / σουρομαλλιάσαν / σουρομαλλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα σουρομαλλιάζω / θα σουρομαλλιάσω | θα σουρομαλλιάζεις / θα σουρομαλλιάσεις | θα σουρομαλλιάζει / θα σουρομαλλιάσει | θα σουρομαλλιάζουμε / θα σουρομαλλιάσουμε | θα σουρομαλλιάζετε / θα σουρομαλλιάσετε | θα σουρομαλλιάζουν / θα σουρομαλλιάζουνε / θα σουρομαλλιάσουν / θα σουρομαλλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σουρομαλλιάσει | έχεις σουρομαλλιάσει | έχει σουρομαλλιάσει | έχουμε σουρομαλλιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σουρομαλλιάσει | είχες σουρομαλλιάσει | είχε σουρομαλλιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σουρομαλλιάσει / να σουρομαλλιάζω / να σουρομαλλιάσω | να έχεις σουρομαλλιάσει / να σουρομαλλιάζεις / να σουρομαλλιάσεις | να έχει σουρομαλλιάσει / να σουρομαλλιάζει / να σουρομαλλιάσει | να έχουμε σουρομαλλιάσει / να σουρομαλλιάζουμε / να σουρομαλλιάσουμε | να σουρομαλλιάζετε / να σουρομαλλιάσετε | να σουρομαλλιάζουν / να σουρομαλλιάζουνε / να σουρομαλλιάσουν / να σουρομαλλιάσουνε |
| Προστακτική | — | σουρομάλλιαζε / σουρομάλλιασε | — | — | σουρομαλλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σουρομαλλιάστηκασουρομαλλιάζομαισουρομαλλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →