σουρτούκεμα
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σουρτουκεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σουρτούκεμα < σουρτουκε(ύω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σουρτούκεμα | σουρτουκέματα |
| Γενική | σουρτουκέματος | σουρτουκεμάτων |
| Αιτιατική | σουρτούκεμα | σουρτουκέματα |
| Κλητική | σουρτούκεμα | σουρτουκέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →