Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σουρωτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σουρωθεί Βικιλεξικό
    • Αντίθετα, ο σουρωτός καφές, που φτιάχνεται από κόκκους της ποικιλίας ρομπούστα περιέχει πολύ καφεΐνη (Αναζητώντας το τέλειο φλιτζάνι εσπρέσο, εφημερίδα Καθημερινή, 30.12.2001, https://www.kathimerini.gr/society/107989/anazitontas-to-teleio-flitzani-espreso/)
  2. που έχει σούρες Βικιλεξικό
    • Το ράζο (σατέν) φόρεμά της έχει όρθιο γιακά από τον οποίο προβάλλει ο σουρωτός γιακάς της πουκαμίσας της και που αγγίζει τα αυτιά της (Ελένη Μαρίνου Κοσμετάτου, Ιστορία της αγροτικής & αστικής ενδυμασίας στην Κεφαλονιά, Κοργιαλένειο Μουσείο, 1977, σελ. 15)

Ετυμολογία

σουρωτός < σουρώ(νω) + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσουρωτόςσουρωτήσουρωτό
Γενικήσουρωτούσουρωτήςσουρωτού
Αιτιατικήσουρωτόσουρωτήσουρωτό
Κλητικήσουρωτέσουρωτήσουρωτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσουρωτοίσουρωτέςσουρωτά
Γενικήσουρωτώνσουρωτώνσουρωτών
Αιτιατικήσουρωτούςσουρωτέςσουρωτά
Κλητικήσουρωτοίσουρωτέςσουρωτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →