σουρώνω
•
- περνάω ένα υγρό μέσα από ένα σουρωτήρι Βικιλεξικό
- για ρούχοκάνω σούρες Βικιλεξικό
- μεθάω, γίνομαι σκνίπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σουρώνω < πιθανόν μεσαιωνική ελληνική *σουρώνω (όπως σούρωμα) < σειρώνω < αρχαία ελληνική σειρ(ῶ) / σειρ(όω) με τροπή [i] > [u] λόγω της παρουσίας του [ρ] / ή του [s]
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σουρώνω | σουρώνεις | σουρώνει | σουρώνουμε | σουρώνετε | σουρώνουν / σουρώνουνε |
| Παρατατικός | σούρωνα | σούρωνες | σούρωνε | σουρώναμε | σουρώνατε | σουρώναν / σουρώνανε / σούρωναν |
| Αόριστος | — | σούρωσες | σούρωσε | σουρώσαμε | σουρώσατε | σουρώσαν / σουρώσανε / σούρωσαν |
| Μέλλοντας | θα σουρώνω / θα σουρώσω | θα σουρώνεις / θα σουρώσεις | θα σουρώνει / θα σουρώσει | θα σουρώνουμε / θα σουρώσουμε | θα σουρώνετε / θα σουρώσετε | θα σουρώνουν / θα σουρώνουνε / θα σουρώσουν / θα σουρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σουρώσει | έχεις σουρώσει | έχει σουρώσει | έχουμε σουρώσει | έχετε σουρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σουρώσει | είχες σουρώσει | είχε σουρώσει | είχαμε σουρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σουρώσει / να σουρώνω / να σουρώσω | να σουρώνεις / να σουρώσεις / να έχεις σουρώσει | να σουρώνει / να σουρώσει / να έχει σουρώσει | να σουρώνουμε / να σουρώσουμε / να έχουμε σουρώσει | να σουρώνετε / να σουρώσετε / να έχετε σουρώσει | να σουρώνουν / να σουρώνουνε / να σουρώσουν / να σουρώσουνε |
| Προστακτική | — | σούρωνε / σούρωσε | — | — | σουρώνετε / σουρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →