Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σουσουδίζω

ρήμα
•
  1. μειωτικόφέρομαι σαν σουσού ή ως σουσού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σουσουδίζω < σουσού, σουσούδ(ες) + -ίζω < γαλλική chouchou < chou

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσουσουδίζωσουσουδίζειςσουσουδίζεισουσουδίζουμεσουσουδίζετεσουσουδίζουν / σουσουδίζουνε
Παρατατικόςσουσούδιζασουσούδιζεςσουσούδιζεσουσουδίζαμεσουσουδίζατεσουσουδίζαν / σουσουδίζανε / σουσούδιζαν
Αόριστοςσουσούδισασουσούδισεςσουσούδισεσουσουδίσαμεσουσουδίσατεσουσουδίσαν / σουσουδίσανε / σουσούδισαν
Μέλλονταςθα σουσουδίζω / θα σουσουδίσωθα σουσουδίζεις / θα σουσουδίσειςθα σουσουδίζει / θα σουσουδίσειθα σουσουδίζουμε / θα σουσουδίσουμεθα σουσουδίζετε / θα σουσουδίσετεθα σουσουδίζουν / θα σουσουδίζουνε / θα σουσουδίσουν / θα σουσουδίσουνε
Παρακείμενοςέχω σουσουδίσειέχεις σουσουδίσειέχει σουσουδίσειέχουμε σουσουδίσειέχετε σουσουδίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σουσουδίσειείχες σουσουδίσειείχε σουσουδίσειείχαμε σουσουδίσει——
Υποτακτικήνα έχω σουσουδίσει / να σουσουδίζω / να σουσουδίσωνα έχεις σουσουδίσει / να σουσουδίζεις / να σουσουδίσειςνα έχει σουσουδίσει / να σουσουδίζει / να σουσουδίσεινα έχουμε σουσουδίσει / να σουσουδίζουμε / να σουσουδίσουμενα έχετε σουσουδίσει / να σουσουδίζετε / να σουσουδίσετενα σουσουδίζουν / να σουσουδίζουνε / να σουσουδίσουν / να σουσουδίσουνε
Προστακτική—σουσούδιζε / σουσούδισε——σουσουδίζετε / σουσουδίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →